ἀπρίατος

ἀπρίατος
ἀπρίατος
1 unbought, not paid for ἐπεὶ Γηρυόνα βόας ἀπριάτας ἔλασεν sc. Herakles. fr. 169. 8.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • απρίατος — ἀπρίατος (θηλ., ἀπριάτη) (Α) [πρίασθαι] αυτός που δεν αγοράστηκε ή δεν εξαγοράστηκε …   Dictionary of Greek

  • ἀπρίατος — without purchase money masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτων — ἀπρίατος without purchase money fem gen pl ἀπρίατος without purchase money masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτως — ἀπρίατος without purchase money adverbial ἀπρίατος without purchase money masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρίατον — ἀπρίατος without purchase money masc acc sg ἀπρίατος without purchase money neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτη — ἀπρίατος without purchase money fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτην — ἀπρίατος without purchase money fem acc sg (attic epic ionic) ἀπριάτην without purchase money indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτης — ἀπρίατος without purchase money fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτους — ἀπρίατος without purchase money masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτῃ — ἀπρίατος without purchase money fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπριάτας — ἀπριάτᾱς , ἀπρίατος without purchase money fem acc pl ἀπριάτᾱς , ἀπρίατος without purchase money fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”